χελώνιον

χελώνιον
το панцирь, щит черепахи

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χελώνιον" в других словарях:

  • χελώνιον — tortoise shell neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελωνίοις — χελώνιον tortoise shell neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελωνίου — χελώνιον tortoise shell neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελωνίων — χελώνιον tortoise shell neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελωνίῳ — χελώνιον tortoise shell neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελώνια — χελώνιον tortoise shell neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελώνιο — το / χελώνιον, ΝΜΑ [χελώνη] το όστρακο, το προστατευτικό κάλυμμα τής χελώνας νεοελλ. ζωολ. καθένα από τα μέλη τής τάξης χελώνια αρχ. 1. το όστρακο τού κάβουρα 2. το κυρτό μέρος τής ράχης («νῶτα τοίνυν ὑπ αὐχένι κείμενα τὸ μὲν ἔγκυρτον, χελώνιον… …   Dictionary of Greek

  • χελώνα — η / χελώνη, ΝΜΑ, και χελύνη και αιολ. τ. χελύννα και χέλυννα Α 1. οστρακοφόρο βραδύκίνητο ερπετό (α. «πηγαίνει σαν χελώνα» β. «ὀρεσκῴοιο χελώνης», Υμν. Ερμ. γ. «αἱ θαλάττιαι χελῶναι καὶ αἱ χερσαῑαι», Αριστοτ.) 2. το όστρακο τού ζώου αυτού 3.… …   Dictionary of Greek

  • χελώνειον — τὸ, Α [χελώνη] 1. χελώνιον* 2. το φυτό κυκλάμινο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»